επιβαρύνω

Μεταφράσεις

επιβαρύνω

(epiva'rino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κπ να πληρώσει επιπλέον επιβαρύνω κπ με έξοδα μεταφοράς
2. επιδεινώνω επιβαρύνω τη θέση μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close