επιβλέπω

Μεταφράσεις

επιβλέπω

oversee, supervise (epi'vlepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εξετάζω άν κτ γίνεται σωστά επιβλέπω το προσωπικό επιβλέπω οικοδομή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close