επιβραδύνω

Μεταφράσεις

επιβραδύνω

decelerate, retard, slow downيُبَطِّئُzpomalitsagtne fartenverlangsamenaminorar la velocidadhidastaaralentirusporitirallentareもっとのんびりする속도를 늦추다vertragenredusere hastighetenzwolnićabrandar, diminuir a velocidadeзамедлять(ся)sakta nerชะลอ, ช้าลงyavaşlamaklàm chậm lại减速Забави (epivra'ðino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να συμβεί πιο αργά επιβραδύνω το βήμα μου
2. κάνω κτ να εξελίσσεται πιο αργά επιβραδύνω τις διαδικασίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close