επιδέξιος

Μεταφράσεις

επιδέξιος

(epi'ðeksios) αρσενικό

επιδέξια

(epi'ðeksia) θηλυκό

επιδέξιο

adept, adroit, deft, dexterous, habile, neat, skilful, skillfullertataitavaadroitagilبَارِعzručnýdygtiggeschickthábilvještabile熟練した숙련된vakkundigdyktigzręcznyhabilidoso, hábilискусныйduktigซึ่งมีความชำนาญbeceriklitài giỏi娴熟的 (epi'ðeksio) ουδέτερο
επίθετο
που είναι ικανός σ'αυτό που κάνει επιδέξιος οδηγός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close