επιδεικτικός

Μεταφράσεις

επιδεικτικός

(epiðikti'kos) αρσενικό

επιδεικτική

(epiðikti'ci) θηλυκό

επιδεικτικό

arty, ostentatious, showy, susceptible (epiðikti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που θέλει να τραβάει την προσοχή επιδεικτικό χαμόγελο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close