επιδιορθώνω

Μεταφράσεις

επιδιορθώνω

repair, mendيُصْلِحُopravitreparerereparierenrepararkorjataréparerpopravitiriparare直す고치다herstellenreparerenaprawićconsertarисправлятьlagaซ่อมแซมonarmaksửa chữa修改 (epiðior'θono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. διορθώνω επιδιορθώνω ένα παντελόνι
2. επισκευάζω επιδιορθώνω χαλασμένη συσκευή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close