επιδιόρθωση

Μεταφράσεις

επιδιόρθωση

(epiði'orθosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. διόρθωση Τα ρούχα χρειάζονται επιδιόρθωση.
2. επισκευή η επιδιόρθωση συσκευής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close