επιδιώκω

Μεταφράσεις

επιδιώκω

pursue, go afterيُلاحِق, يُلاحِقُusilovat, zabývat seforfølge, gå efternachlaufen, verfolgenir tras, perseguirajaa takaa, tavoitellapoursuivreširiti se, slijeditiinseguire・・・を追う, 追跡する...을 추구하다, 추적하다achternagaan, nastrevengå etter, jageiść za, ścigaćcorrer atrás, perseguirдобиваться, преследоватьförfölja, gå efterแสวงหาติดตาม, ติดตามpeşinden gitmek, peşine takılmakđuổi theo, theo đuổi追求, 追赶 (epiði'oko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. έχω βάλει στόχο επιδιώκω μια νέα θέση
2. προσπαθώ επιδιώκω να συναντήσω κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close