επιδρομή

Μεταφράσεις

επιδρομή

raid, invasion, attack, forayغَارَةnáletraidÜberfallasalto, raidyllätyshyökkäysraidprepadincursione襲撃급습invalplutselig angrepnajazdincursão, RAIDналетrädการจู่โจมbaskıncuộc đột kích搜捕 (epiðro'mi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επίθεση εχθρική επιδρομή
2. μεταφορικά ομαδική εξόρμηση Κάναμε επιδρομή στο σπίτι του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close