επιδόρπιο

Μεταφράσεις

επιδόρπιο

dessert, aftersحَلْوى, حَلْوَى يُخْتَتَمُ بِهَا الطَّعَامُdezertdessertNachspeisepostrejälkiruokadessertdesert, repetedessert, dolceデザート디저트toetjedessertdesersobremesaдесертefterrättขนม, ของหวานtatlımón tráng miệng甜点, 正餐后的甜食甜點קינוחдесерт (epi'ðorpio)
ουσιαστικό ουδέτερο
το γλυκό ή το φρούτο μετά το φαγητό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close