επιθετικός

(προωθήθηκε από επιθετική)
Μεταφράσεις

επιθετικός

(epiθeti'kos) αρσενικό

επιθετική

(epiθeti'ci) θηλυκό

επιθετικό

aggressive, attacker, offensive, adjective, adjectival, attributive, belligerentagressif, attaquant, épithétique, offensifعُدْوانِيّagresivníaggressivaggressivagresivoaggressiivinenagresivanaggressivo攻撃的な공격적인agressiefaggressivagresywnyagressivoагрессивныйaggressivก้าวร้าวsaldırganhung hăng侵犯性的 (epiθeti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με επίθεση επιθετικό ζώο επιθετικές κινήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close