επικοινωνώ

Μεταφράσεις

επικοινωνώ

communicatecommuniquerيَتَصِل بـkomunikovatkommunikerekommunizierencomunicar, comunicarsekommunikoidakomuniciraticomunicare伝える의사소통하다communicerenkommuniserezakomunikowaćcomunicarобщатьсяkommuniceraติดต่อสื่อสารiletişim kurmaktruyền đạt交流 (epicino'no)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. χρησιμοποιώ τη γλώσσα για να μεταδώσω μήνυμα σε κπ Επικοινωνούμε στα αγγλικά.
2. έχω επαφή με κπ Επικοινωνούμε καθημερινά.
3. συνεννοούμαι καλά με κπ Δεν επικοινωνούμε καθόλου.
4. (για χώρους) συνδέομαι Τα διαμερίσματά μας επικοινωνούν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close