επικρατώ

Μεταφράσεις

επικρατώ

predominate, prevail, reign (epikra'to)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κυριαρχώ Επικράτησε η αντίθετη πλευρά. Επικρατεί ησυχία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close