επικυρώνω

Μεταφράσεις

επικυρώνω

ratify, certify, affirm, authenticate, sanctionratifiervalidierenconvalidarevalidarvalidarvalidereValidera验证valideren驗證 (epici'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βεβαιώνω ότι κτ είναι αυθεντικό επικυρώνω αντίγραφο
2. με την υπογραφή μου κάνω κτ να είναι έγκυρο επικυρώνω συνθήκη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close