επιλεκτικός

(προωθήθηκε από επιλεκτικό)
Μεταφράσεις

επιλεκτικός

(epilekti'kos) αρσενικό

επιλεκτική

(epilekti'ci) θηλυκό

επιλεκτικό

selective選擇性selectieveselektivníselektiv選択selektivselectiva选择性סלקטיביתselektiveselettiva (epilekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προσέχει πολύ όταν διαλέγει κτ Είμαι επιλεκτικός στις προτιμήσεις μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close