επιληπτικός

(προωθήθηκε από επιληπτικό)
Μεταφράσεις

επιληπτικός

(epilipti'kos)

επιληπτική

(epilipti'ci)

επιληπτικό

épileptiqueepilepticمُصَابٌ بِذاءِ الصَّرْعepileptikepileptikerEpileptikerepilepsia, epilépticoepileptikkoepileptičarepilettico癲癇患者간질 환자epilepticusepilepsiepileptykepiléptico, epiléticoэпилептикepileptikerโรคลมบ้าหมูsaralıbệnh động kinh癫痫患者 (epilipti'ko)
επίθετο
που πάσχει από επιληψία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close