επιμέλεια

Μεταφράσεις

επιμέλεια

assiduity, diligence (epi'melia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. προσοχή και φροντίδα σ' αυτό που κάνω δουλεύω με επιμέλεια
2. έλεγχος και διόρθωση πριν την έκδοση εντύπου επιμέλεια κειμένου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close