επιμένω

Μεταφράσεις

επιμένω

insist, persist, linger, persevereinsister, persisterperseverar, insistirيُصِرُّ عِلَىnaléhatinsisterebestehen aufinsistirvaatiainzistiratiinsistere強要する주장하다aandringeninsisterenalegaćнастаиватьinsisteraยืนยันısrar etmeknhấn mạnh强调 (epi'meno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
επαναλαμβάνω κτ παρά τα εμπόδια επιμένω στις απόψεις μου επιμένω σ' ένα σημείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close