επιμονή

Μεταφράσεις

επιμονή

persistencepersistenciapersistensהתמדה持久性pysyvyyspersistenspersistênciaPersistenz持久性persistenza永続性persistance지속성persistentie (epimo'ni)
ουσιαστικό θηλυκό
το να επιμένει κν σε κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close