επιπλήττω

Μεταφράσεις

επιπλήττω

reprimand, castigate, rebukeréprimander (epi'plito)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω παρατήρηση, μαλώνω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close