επιπλώνω

Μεταφράσεις

επιπλώνω

furnish (epi'plono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βάζω τα απαραίτητα έπιπλα σε κπ χώρο επιπλώνω ένα διαμέρισμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close