επιπόλαιος

(προωθήθηκε από επιπόλαιο)
Μεταφράσεις

επιπόλαιος

(epi'poleos) αρσενικό

επιπόλαιη

(epi'polei) θηλυκό

επιπόλαιο

frivolous, shallow, superficial (epi'poleo) ουδέτερο
επίθετο
1. που λειτουργεί χωρίς σκέψη επιπόλαιη απάντηση επιπόλαιο κορίτσι
2. όχι σοβαρός επιπόλαιο τραύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close