επιρρεπής

Μεταφράσεις

επιρρεπής

(epire'pis) αρσενικό-θηλυκό

επιρρεπές

inklinaaptpropensopodatneמועדיםbenägenpropenso경향이 (epire'pes) ουδέτερο
επίθετο
που έχει τάση για κτ είμαι επιρρεπής στο ποτό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close