επισκεπτήριο

Μεταφράσεις

επισκεπτήριο

(episce'ptirio)
ουσιαστικό ουδέτερο
το επιτρεπόμενο διάστημα συνάντησης με άρρωστο ή κρατούμενο ώρες επισκεπτηρίου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close