επισκευάζω

Μεταφράσεις

επισκευάζω

repair, mend, fixيُصْلِحُopravitordne, reparerereparierenrepararkorjataréparerpopravitiriparare・・・を修理する, 修理する수리하다reparerenreparerenaprawićconsertar, repararпочинить, ремонтироватьlaga, repareraซ่อม, ซ่อมแซมonarmak, tamir etmeksửa chữa修好, 修理 (episce'vazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
φτιάχνω κτ που έχει χαλάσει επισκευάζω τηλεόραση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close