επιστημονικός

(προωθήθηκε από επιστημονικό)
Μεταφράσεις

επιστημονικός

(epistimoni'kos) αρσενικό

επιστημονική

(epistimoni'ci) θηλυκό

επιστημονικό

scientifiquescientificعِلْميّvědeckývidenskabeligwissenschaftlichcientíficotieteellinenznanstveniscientifico科学の과학적인wetenschappelijkvitenskapelignaukowycientíficoнаучныйvetenskapligตามหลักวิทยาศาสตร์bilimselcó tính khoa học科学的, 科学科學 (epistimoni'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει σχέση με κπ επιστήμη επιστημονική θεωρία
2. που έχει σχέση με επιστήμονες επιστημονική επιτροπή
3. φανταστική δημιουργία με εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close