επιτίθεμαι

Μεταφράσεις

επιτίθεμαι

angreifenattack, assai, assaultattaquerيُهاجِمُzaútočitangribeatacarhyökätänapastiattaccare攻撃する...을 공격하다aanvallenangripezaatakowaćatacarатаковатьangripaโจมตีsaldırmaktấn công进攻 (epi'tiθeme)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. ρίχνομαι σε κπ με βία επιτίθεμαι στον εχθρό Μου επιτέθηκαν στο δρόμο.
2. εκφράζω την κάθετη αντίθεσή μου Μη μου επιτίθεσαι, δεν είπα τίποτα κακό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close