επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

Μεταφράσεις

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

يُضْرِبُ

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

stávkovat

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

strejke

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

einschlagen

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

strike

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

asestar un golpe, hacer huelga

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

iskeä

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

faire la grêve

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

štrajkati

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

attaccare

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

襲う

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

치다

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

staken

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

slå

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

uderzyć

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

estar em greve

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

ударяться

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

slå

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

หยุดงานประท้วง

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

darbe yemek

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

đình công

επιτίθεμαι αιφινιδιαστικά

罢工
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close