επιτακτικός

Μεταφράσεις

επιτακτικός

(epitakti'kos) αρσενικό

επιτακτική

(epitakti'ci) θηλυκό

επιτακτικό

imperative, imperious, intensive, mandatoryimpératifقاهرةtvingendedwingendepakottavistatvingandepřesvědčivé引人注目引人注目 (epitakti'ko) ουδέτερο
επίθετο
αυστηρός και απόλυτος επιτακτικό ύφος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close