επιτείνω

Μεταφράσεις

επιτείνω

(epi'tino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ πιο έντονο επιτείνω το φόβο μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close