επιτηρητής

(προωθήθηκε από επιτηρήτρια)
Μεταφράσεις

επιτηρητής

(epitiri'tis) αρσενικό

επιτηρήτρια

supervisor, exam proctor, invigilatorمُرَاقِبٌdozortilsynsførendeAufsichtspersonvigilante de un examenvalvojasurveillantnadzorniksorvegliante試験監督者감독관surveillanteksamensvaktinwigilatorfiscal, vigilanteконтролерskrivvaktผู้คุมสอบsınav gözcüsügiám thị监考人 (epiti'ritria) θηλυκό
ουσιαστικό
που επιτηρεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close