επιτρέπεται

Μεταφράσεις

επιτρέπεται

(epi'trepete)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα) 3ο
δεν απαγορεύεται δεν επιτρέπεται το κάπνισμα επιτρέπεται η είσοδος

επιτρέπεται


ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα) απρόσωπο (ρήμα)
δεν απαγορεύεται Δεν επιτρέπεται να μπεις μέσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close