επιτρέπω

Μεταφράσεις

επιτρέπω

allow, permit, enable, maypermettre, autoriser, avoir le droit deпозволить, позволять, получить разрешениеتَسْمَحُ لِ...بِ, يَسْمَحُdovolit, smětmå, tilladedürfen, erlaubenpermitir, podersaada, salliadopustiti, smjetipermettere, potere・・・してもよい, 許す~해도 되다, 허락하다mogen, toestaankunne, tillatemóc, pozwolićpermitir, poderfå, tillåtaสามารถจะ (ใช้ขออนุญาต), อนุญาตizin istemek, izin vermekcho phép, có thể允许, 可以做 (epi'trepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω την άδεια για να γίνει κτ επιτρέπω σε κπ να βγει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close