επιτρέπω την είσοδο

Μεταφράσεις

επιτρέπω την είσοδο

يَسْمَحُ بِالدُخُول

επιτρέπω την είσοδο

přijmout

επιτρέπω την είσοδο

lukke ind

επιτρέπω την είσοδο

einlassen

επιτρέπω την είσοδο

admit

επιτρέπω την είσοδο

permitir la entrada

επιτρέπω την είσοδο

päästää sisään

επιτρέπω την είσοδο

laisser entrer

επιτρέπω την είσοδο

primiti

επιτρέπω την είσοδο

far entrare

επιτρέπω την είσοδο

入場を許す

επιτρέπω την είσοδο

입장을 허락하다

επιτρέπω την είσοδο

toelaten

επιτρέπω την είσοδο

slippe inn

επιτρέπω την είσοδο

przyjąć

επιτρέπω την είσοδο

admitir

επιτρέπω την είσοδο

допускать

επιτρέπω την είσοδο

ge tillträde

επιτρέπω την είσοδο

ยอมให้เข้า

επιτρέπω την είσοδο

içeri almak

επιτρέπω την είσοδο

cho vào

επιτρέπω την είσοδο

准入
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close