επιτρεπτός

(προωθήθηκε από επιτρεπτό)
Μεταφράσεις

επιτρεπτός

(epitre'ptos)

επιτρεπτή

(epitre'pti)

επιτρεπτό

admissible, allowable, permissiblepermissible允许允許sallittu허용zulässigמותרtillåtna (epitre'pto)
επίθετο
που επιτρέπεται
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close