επουλώνω

Μεταφράσεις

επουλώνω

heal (epu'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μεταφορικά γιατρεύω Ο χρόνος επουλώνει τα τραύματα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close