εποχιακός

(προωθήθηκε από εποχιακό)
Μεταφράσεις

εποχιακός

(epoçia'kos) αρσενικό

εποχιακή

(epoçia'ci) θηλυκό

εποχιακό

seasonal, epochalsaisonnierمَوْسِمِيّsezónnísæsonbestemtsaisonbedingtde temporada, estacionalkausittainensezonskistagionale季節の계절에 따른seizoens-sesong-sezonowysazonalсезонныйsäsong-ตามฤดูกาลmevsimliktheo thời vụ季节性的сезонниעונתי (epoçia'ko) ουδέτερο
επίθετο
που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη εποχή εποχιακά λαχανικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close