επώδυνος

(προωθήθηκε από επώδυνο)
Μεταφράσεις

επώδυνος

(e'poðinos)

επώδυνη

(e'poðini) θηλυκό

επώδυνο

schmerzhaftdouloureux (e'poðino) ουδέτερο
επίθετο
1. που προκαλεί πόνο επώδυνο χτύπημα
2. μεταφορικά που πληγώνει ψυχικά επώδυνη συζήτηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close