εργάσιμος

(προωθήθηκε από εργάσιμο)
Μεταφράσεις

εργάσιμος

(er'ɣasimos)

εργάσιμη

(er'ɣasimi)

εργάσιμο

(er'ɣasimo)
επίθετο
που είναι αφιερωμένος στην εργασία εργάσιμη μέρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close