εργασία

Μεταφράσεις

εργασία

work, job, labor, employment, labourlaboro, taskotâche, travailBeruf (erɣa'sia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. δουλειά, επάγγελμα σκληρή εργασία
2. δουλειά στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο οι εργασίες των μαθητών
3. γραπτή μελέτη τέλους σπουδών
Εργασία 
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close