εργατικότητα

Μεταφράσεις

εργατικότητα

(erɣati'kotita)
ουσιαστικό θηλυκό
η ιδιότητα αυτού που εργάζεται πολύ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close