ερείπιο

Μεταφράσεις

ερείπιο

Ruin, Ruine, Wrackruin, wreckruine, vestige, épaveإفْلاس, خَرَابvrak, zkázaruin, vragruina, ruinasromu, vararikkoolupina, ruševinarottame, rovina大破, 荒廃파산, 파손ondergang, wrakruin, vrakruina, wrakdestroço, ruínaкатастрофа, крахruin, vrakการล้มละลาย, สิ่งที่ถูกทำลายอย่างเสียหายยับเยินenkaz, iflasphá sản, tàu xe bị hỏng残骸, 破产 (e'ripio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. υπόλοιπα από κατεστραμμένο κτίσμα τα ερείπια ενός σπιτιού
2. μεταφορικά για κπ που είναι ψυχικά κουρασμένος ή φθαρμένος Αυτός ο άνθρωπος είναι ερείπιο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close