ερεθίζω

Μεταφράσεις

ερεθίζω

irritate, stimulate, inflameirriter, stimuler (ere'θizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προκαλώ θυμό Η μυρωδιά ερέθισε το σκύλο.
2. προκαλώ κπ διανοητική λειτουργία ερεθίζω την περιέργεια κάποιου
3. προκαλώ ερωτική ευχαρίστηση ερεθίζω κπ με το ντύσιμό μου
4. εκνευρίζω ερεθίζω κπ με τη συμπεριφορά μου
5. προκαλώ ενοχλητικό ερεθισμό Η κρέμα ερέθισε το δέρμα μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close