ερεθισμένος

Μεταφράσεις

ερεθισμένος

bloodshot, sore

ερεθισμένος

مُؤْلِم

ερεθισμένος

bolestivý

ερεθισμένος

øm

ερεθισμένος

wund

ερεθισμένος

dolorido

ερεθισμένος

kipeä

ερεθισμένος

douloureux

ερεθισμένος

bolan

ερεθισμένος

dolorante

ερεθισμένος

痛い

ερεθισμένος

아픈

ερεθισμένος

pijnlijk

ερεθισμένος

sår

ερεθισμένος

obolały

ερεθισμένος

dolorido, dorido

ερεθισμένος

болезненный

ερεθισμένος

öm

ερεθισμένος

เจ็บปวด

ερεθισμένος

ağrılı

ερεθισμένος

đau

ερεθισμένος

疼痛的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close