ερεθιστικός

(προωθήθηκε από ερεθιστικό)
Μεταφράσεις

ερεθιστικός

(ereθisti'kos)

ερεθιστική

(ereθisti'ci)

ερεθιστικό

(ereθisti'ko)
επίθετο
που ερεθίζει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close