ερευνητικός

Μεταφράσεις

ερευνητικός

(erevniti'kos) αρσενικό

ερευνητική

(erevniti'ci) θηλυκό

ερευνητικό

ResearchTutkimusonderzoekinvestigaciónForskningForschungמחקרricerca研究研究研究Výzkum (erevniti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με έρευνα ερευνητικό κέντρο
2. με διάθεση να βρει κτ ερευνητικό βλέμμα ερευνητικό πνεύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close