ερημώνω

Μεταφράσεις

ερημώνω

depopulate, devastate (eri'mono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μένω άδειος, χωρίς ανθρώπους
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close