εριστικός

(προωθήθηκε από εριστικό)
Μεταφράσεις

εριστικός

(eristi'kos)

εριστική

(eristi'ci)

εριστικό

belligerent (eristi'ko)
επίθετο
που έχει διάθεση για καβγά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close