ερμητικός

(προωθήθηκε από ερμητικό)
Μεταφράσεις

ερμητικός

(ermiti'kos) αρσενικό

ερμητική

(ermiti'ci) θηλυκό

ερμητικό

hermétique (ermiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
αδιαπέραστος, στεγανός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close