εσκεμμένος

(προωθήθηκε από εσκεμμένη)
Αναζητήσεις σχετικές με εσκεμμένη: πεπρωμένο
Μεταφράσεις

εσκεμμένος

(esce'menos)

εσκεμμένη

(esce'meni)

εσκεμμένο

deliberate, intentional, calculated, premeditateddélibéré, intentionnelمُتَعَمَّدúmyslnýforsætligabsichtlichintencionadotahallinenpromišljenintenzionale故意の고의적인doelbewustbevisstrozmyślnyintencional, propositalнамеренныйavsiktligซึ่งทำอย่างรอบคอบkasıtlıcố tình故意的 (esce'meno)
επίθετο
που γίνεται επίτηδες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close